Επιστροφή στα Άρθρα

Συνέντευξη Smag På Dig Selv: H μουσική μας είναι ένας συμβιβασμός όλων όσων μας αρέσουν

Lung Fanzine - Συνέντευξη Smag På Dig Selv: H μουσική μας είναι ένας συμβιβασμός όλων όσων μας αρέσουν
Συνέντευξη Smag På Dig Selv: H μουσική μας είναι ένας συμβιβασμός όλων όσων μας αρέσουν - Συντάκτης
Συντάκτης:
Χαρά Ευδαίμων
Ημ/νία:
May 06, 2026

Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο σε αυτή την μπάντα η οποία προέρχεται από την αναρχική κοινότητα της Freetown Christiania και δεν είναι άλλο από τον  τρόπο που κινούνται, σαν να έχουν ξεπηδήσει από μια υπόγεια, άχρονη σκηνή όπου τα όρια μεταξύ jazz, techno και punk δεν είχαν ποτέ νόημα εξαρχής. Δύο σαξόφωνα και ντραμς, ανεξέλεγκτος αυτοσχεδιασμός, χωρίς ψηφιακά μέσα, χωρίς κανόνες, μονάχα η ένταση της ενσώματης μουσικής. Μέσα σε έναν χρόνο, βρέθηκαν από DIY συναυλίες να σαρώνουν φεστιβάλ και να χτίζουν ένα όνομα που σίγουρα θα γραφτεί στη μουσική ιστορία. Πίσω όμως από αυτόν το εκκεντρικό θόρυβο υπάρχει και κάτι ακόμη. Μια μπάντα που δεν φοβάται να κοιτάξει την πολιτική πραγματικότητα κατάματα και να στρέψει την κριτική ακόμη και προς τα μέσα. Με αφορμή τις επερχόμενες εμφανίσεις των Smag På Dig Selv στο Gazarte στην Αθήνα και στο Soul στη Θεσσαλονίκη είχα μια συζήτηση μαζί τους, όχι απλώς για μουσική, αλλά και για το πώς μια μπάντα μεγαλώνει, αμφισβητεί και επιμένει.

 

Καλωσορίσατε στο Lung fanzine, παιδιά! Προέρχεστε από τη Freetown Christiania, ένα μέρος που δεν είναι απλώς γεωγραφία αλλά τρόπος ζωής. Μέσα σε έναν μόνο χρόνο, δώσατε σχεδόν 60 συναυλίες σε όλη τη Δανία και στη συνέχεια βρεθήκατε σε σκηνές από το Athens Jazz Festival μέχρι το Σάο Πάολο, συμμετέχοντας και σε φεστιβάλ όπως το NYC Winter Jazzfest και το Bearded Theory. Παράλληλα, κερδίσατε το Danish Music Award για «New Live Act of the Year». Πότε συνειδητοποιήσατε ότι αυτό που ξεκίνησε ως DIY πρότζεκτ είχε ξεπεράσει τον έλεγχό σας;

Πάντα παίζαμε πολύ ζωντανά και εξελισσόμασταν ως μπάντα. Αλλά πραγματικά απογειώθηκε όταν αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε με τον μάνατζέρ μας και τον booking agent μας στη Δανία. Μετά την πρώτη μας συναυλία στο Roskilde Festival το 2022, σκεφτήκαμε ότι ήταν η στιγμή να χτίσουμε μια ομάδα γύρω μας που θα μας βοηθούσε να εξελιχθούμε ακόμη περισσότερο.

Δύο σαξόφωνα και ντραμς που λειτουργούν σαν ένα techno σύστημα χωρίς laptops, χωρίς backing tracks. Είναι αυτό μια δήλωση ενάντια στην ψηφιακή μουσική ή απλώς ο πιο άμεσος τρόπος να κάνεις ένα σώμα να κινηθεί;

Δεν ξεκινήσαμε να παίζουμε μαζί επειδή μας άρεσε απαραίτητα η ίδια μουσική ή επειδή συμπαθούσαμε ο ένας τον άλλον. Απλώς ακολουθήσαμε τον τύπο μουσικής που ήταν διαθέσιμος. Και αυτό οδήγησε σε αυτόν τον παράξενο συνδυασμό: δύο σαξοφωνίστες και ένας ντράμερ. Προερχόμαστε από πολύ διαφορετικές σκηνές και η μουσική μας είναι ένας συμβιβασμός όλων όσων μας αρέσουν. Γι’ αυτό και αναμειγνύουμε τόσα πολλά είδη. Δεν είμαστε ενάντια στην ψηφιακή μουσική και μάλιστα έχουμε αρχίσει να πειραματιζόμαστε με backing tracks στις ζωντανές εμφανίσεις, αλλά πάνω απ’ όλα είμαστε μια μπάντα που παίζει με ακουστικά όργανα.

Το “This Is Why We Lost” μοιάζει σχεδόν με εξομολόγηση σαν να κοιτάτε πίσω και να λέτε «κάτι πήγε στραβά». Τι είναι αυτό που τελικά χάσαμε;

Το “This Is Why We Lost” στοχεύει στην πρόσφατη άνοδο της δημοτικότητας δεξιών πολιτικών τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή και στον παγκόσμιο Νότο. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό, αλλά πιστεύουμε ότι είναι η στιγμή να αναλογιστούμε πώς συνέβη και τι έκανε ή δεν έκανε η αριστερά για να φτάσουμε εδώ. Όσο καλή κι αν είναι η αριστερά στο να ασκεί κριτική στη δεξιά, θα πρέπει επίσης να κοιτάξει προς τα μέσα και να σκεφτεί τι θα μπορούσε να είχε κάνει για να το αποτρέψει.

Το “Ya Tal3een”, με τη Luna Ersahin, δεν αφήνει περιθώριο ουδετερότητας. Είχατε ποτέ δεύτερες σκέψεις για το πόσο άμεσα θέλετε να εκφράζεστε πολιτικά; Και γενικότερα, πιστεύετε ότι η μουσική που δεν παίρνει θέση είναι ήδη μέρος του προβλήματος;

Αυτή την περίοδο κάνουμε αίτηση για βίζα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οπότε σκεφτόμαστε πολύ το πώς εκφραζόμαστε. Θέλουμε επίσης το μήνυμά μας να φτάνει στο κοινό. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύουμε ότι είναι η στιγμή να μιλήσουμε ανοιχτά και το να χρησιμοποιούμε την πλατφόρμα μας είναι πολύ σημαντικό για εμάς.

Στο “Middelklassen Avler Kun Skeletter” μοιάζει σχεδόν να επιτίθεστε στη μεσαία τάξη. Είναι αυτή η οργή ακόμη επίκαιρη ή έχει γίνει κλισέ;

Ίσως να έχει γίνει κλισέ, αλλά παραμένει επίκαιρο να λέμε κάτι γι’ αυτό και να καλούμε σε δράση όσους δεν αντιδρούν ειδικά σε ένα προνομιούχο περιβάλλον όπως η Δανία, όπου σχεδόν όλοι ανήκουν στη μεσαία τάξη.

Σε συνδυασμό με την έντονη σκηνική σας παρουσία, δημιουργείτε μουσική που δεν μεταφράζεται πλήρως στις ηχογραφήσεις. Το αποδέχεστε αυτό ή σας ενοχλεί ότι κάποιος που σας ανακαλύπτει μέσω ενός δίσκου παίρνει μόνο τη μισή εμπειρία;

Νιώθουμε σίγουροι για την απόσταση μεταξύ της ζωντανής και της ηχογραφημένης μουσικής και για το ότι δεν χρειάζεται να είναι το ίδιο. Θέλαμε να αφήσουμε την ιδέα της καταγραφής των live εμφανίσεών μας και να φτιάξουμε ένα άλμπουμ που να είναι υπέροχο για ακρόαση στο σπίτι ή στο πάτωμα.

Το να δίνετε τον τελευταίο λόγο στις μητέρες σας στο “Our Mothers Made a Punk Band” μοιάζει σχεδόν αντι-ηρωικό. Είναι τελικά μια πολιτική χειρονομία ή κάτι πιο προσωπικό;

Το νέο άλμπουμ είναι κάπως σαν δίσκος ενηλικίωσης. Με αυτό προσπαθούμε να δείξουμε ότι θέλουμε να πάρουμε τη μουσική μας και τους εαυτούς μας λίγο πιο σοβαρά. Λέμε συχνά ότι, μουσικά μιλώντας, είμαστε τώρα 18 χρονών. Στο προηγούμενο άλμπουμ ήμασταν 14, τώρα είμαστε 18. Το γεγονός ότι το “Our Mothers Made A Punk Band” βρίσκεται στο τέλος του δίσκου είναι σαν να μας στέλνει σε ένα ταξίδι προς τη μουσική ενηλικίωση.

Η τζαζ στη μουσική σας απέχει πολύ από το «καθαρό». Μοιάζει να τη χρησιμοποιείτε ως εργαλείο αποδόμησης. Υπάρχει κάποιο είδος μουσικής που δεν θα αγγίζατε ποτέ;

Όχι πολλά, αλλά ίσως το math rock.

Η ιδέα του rave επανέρχεται στη δουλειά σας, αλλά χωρίς νοσταλγία. Τι κρατάτε από τα ’90s και τι αφήνετε πίσω;

Πιστεύουμε ότι υπάρχει αρκετή νοσταλγία στη μουσική μας. Ήμασταν πολύ μικρά παιδιά τη δεκαετία του ’90, οπότε δεν κρατήσαμε πολλά πέρα από την αγάπη για τη dance μουσική και τον αθώο τρόπο ζωής.

Το DIY techno setup σας μοιάζει σχεδόν σαν αντίδραση στην ψηφιακή εποχή. Είναι και, κατά κάποιον τρόπο, μια μορφή αντίστασης στην AI;

Δεν είμαστε καλοί με τα κομπιούτερ, οπότε προτιμάμε την αναλογική ζωή.

Το “Hits 4 Kids Vol. 3000” έχει μια ειρωνική τρυφερότητα. Υπάρχει ακόμη χώρος για αθωότητα μέσα σε όλο αυτό το χάος;

Το “Hits 4 Kids Vol. 3000” είναι ένας φόρος τιμής σε εκείνα τα Eurodance άλμπουμ που κυκλοφορούσαν όταν πηγαίναμε ακόμη νηπιαγωγείο. Όλοι έχουμε αναμνήσεις από το να χορεύουμε με αυτή τη χαρούμενη, αποδραστική μουσική με τις μελωδίες συνθεσάιζερ. Αυτό ήταν το πρώτο single, και στη συνέχεια το άλμπουμ εξελίχθηκε σε κάτι πιο σκοτεινό.

Έχετε περιγράψει τη μουσική σας ως έναν χώρο αλληλεγγύης. Πώς μεταφράζεται αυτό σε ένα κοινό που ίσως απλώς θέλει να χορέψει;

Το four-on-the-floor κάνει τους πάντες να χορεύουν.

Έρχεστε στην Ελλάδα για δύο εμφανίσεις, στο Gazarte Ground Stage και στο Soul. Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του το κοινό φεύγοντας;

Θέλουμε οι ζωντανές μας εμφανίσεις να είναι μια κοινή εμπειρία με το κοινό κάτι σαν μια ενεργητική (ειρηνική) εξέγερση στην οποία μπορούν να συμμετέχουν. Πάντα θέλουμε τα σετ μας να κρατούν την προσοχή του κοινού συνεχώς, όσο γίνεται περισσότερο. Και όταν φτάνουμε πραγματικά σε εκείνο το σημείο, όπου παίζουμε στο καλύτερό μας επίπεδο, γίνεται μια συλλογική σωματική εμπειρία με το κοινό. Ελπίζουμε λοιπόν ότι το κοινό θα το βιώσει αυτό μαζί μας. Συχνά βλέπουμε τον κόσμο να αρχίζει να χορεύει, να δημιουργεί mosh pits και να τραγουδάει μαζί μας, ακόμη και χωρίς να τους το ζητήσουμε.

Βρισκόμαστε σε μια στιγμή όπου το κοινό φαίνεται να αναζητά κάτι αληθινό. Τι σημαίνει «αληθινό» για εσάς σήμερα;

Κάτι που μπορείς να νιώσεις.

 

Συνέντευξη: Χαρά Ευδαίμων

 

Μοιραστείτε το

Διαβάστε επίσης