Επιστροφή στα Άρθρα

Συνέντευξη Fire!: "Να μοιράζεσαι στη σκηνή. Να μοιράζεσαι εκτός σκηνής. Αλλά πάντα να μοιράζεσαι."

Lung Fanzine - Συνέντευξη Fire!:
Συνέντευξη Fire!:
Συντάκτης:
Θεοδόσης Γενιτσαρίδης
Ημ/νία:
Sep 26, 2025

Μιλήσαμε με τον Mats Gustafsson, σαξοφωνίστα και κινητήρια δύναμη πίσω από τους Fire! και Fire! Orchestra, με αφορμή τις εμφανίσεις τους σε Αθήνα (26/9, Gazarte Ground Stage) και Θεσσαλονίκη (27/9, Soul SKG).

Μας μίλησε για την ενέργεια των live, τη σημασία του riff στη μουσική τους, αλλά και για τη συνεργασία τους με τον αείμνηστο Steve Albini.

Με πάθος, αμεσότητα και αστείρευτη περιέργεια, μας εξήγησε πώς κρατούν το project ζωντανό και πάντα φρέσκο.

Γεια σου Mats, είμαι ο Θεοδόσης, πώς είσαι;
Είμαι τελεια! Χαίρομαι που μιλάμε.

Η μουσική σας κινείται ανάμεσα στο free jazz, σε ένα παράξενο doom, στην ψυχεδέλεια και το πειραματικό rock. Πώς κρατάτε την ισορροπία ανάμεσα σε τόσο διαφορετικά είδη χωρίς να χάνετε τη συνοχή;

Όλα είναι κομμάτι της μουσικής που αγαπάμε και που μας εμπνέει. Ο τρόπος που αναμειγνύεις τις επιρροές σου είναι αυτός που κάνει τη μουσική μοναδική και –ελπίζουμε– ενδιαφέρουσα. Η αφοσίωσή μας σε διαφορετικά είδη δημιουργικής μουσικής είναι τεράστια. Μπορείς να βρεις μουσική που σε κλωτσάει στον κώλο και στο μυαλό παντού. Στο τρίο εμπνεόμαστε από διαφορετικά πράγματα. Και χρησιμοποιούμε αυτές τις εισροές για να δημιουργήσουμε μια μουσική που μπορούμε να υποστηρίξουμε μαζί και που εξακολουθεί να μας προκαλεί με διάφορους τρόπους.

Τα live σας είναι γνωστά για την εκρηκτική ενέργεια. Πώς διαφέρει η διαδικασία του αυτοσχεδιασμού στη σκηνή σε σχέση με τη δημιουργία στο στούντιο;

Είναι φυσικά διαφορετική η κατάσταση όταν έχεις την ανατροφοδότηση και την ενέργεια ενός κοινού για να παίξεις μαζί του ή απέναντί του. Αλλά, ειλικρινά – λατρεύουμε να δουλεύουμε στο στούντιο και δεν έχω κανένα πρόβλημα να βρω την ΕΝΕΡΓΕΙΑ και την αφοσίωση όταν είμαι με τους άλλους δύο στους Fire!.

Είναι στην πραγματικότητα το αντίθετο. Μας αρέσει πολύ η δουλειά στο στούντιο. Και πάντα είναι η ίδια προσέγγιση: όλα ή τίποτα. Full on! INYOURFACE! (φωνάζει!)

Η ένταση και η επανάληψη είναι κεντρικά στοιχεία του ήχου σας. Τι ρόλο παίζει αυτό το υπνωτικό στοιχείο στη σύνδεση με το κοινό;

Κυρίως έχει να κάνει με το να βρεις και να μπεις σε μια συγκεκριμένη νοοτροπία. Να αφήσεις τη μουσική να σε πάει όπου θέλει και όπου χρειάζεσαι. Η μουσική θα αποφασίσει. Μας ενδιέφερε πάντα πολύ η επαναληπτική ποιότητα ενός riff. Αυτό είναι το θεμέλιο της μουσικής μας. Το RIFF. Και το πού μπορείς να το πας. Ή πού αυτό σε πάει. Προσθέτεις στρώματα, αλλάζεις λεπτομέρειες, χρώματα, σόλο… αλλά πάντα ασχολείσαι με το RIFF.

Έχετε συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως ο Jim O’Rourke και ο Oren Ambarchi. Τι κρατήσατε από αυτές τις εμπειρίες;
Κάθε καλεσμένος αλλάζει τη δυναμική του τρίο, αλλά πάντα με το riff στο επίκεντρο. Ο Jim και ο Oren είναι μάστερ στο να το χειρίζονται αυτό και να εξερευνούν καινούρια εδάφη μαζί μας. Θα υπάρξουν κι άλλα.

Για μας είναι πολύ σημαντικό να δουλεύουμε με διαφορετικούς καλεσμένους και να βλέπουμε πως αυτό επηρεάζει τη μουσική του τρίο.

Η σύγχρονη ευρωπαϊκή σκηνή της jazz συχνά περιγράφεται ως πλούσια και πειραματική. Πώς βλέπετε τη θέση σας μέσα σε αυτήν;
Προτιμώ να τη βλέπω ως μια παγκόσμια σκηνή κι όχι αποκλειστικά ευρωπαϊκή. Ο χρόνος τα έχει αλλάξει όλα. Παλιά μπορούσαμε να μιλάμε για διαφορετικές σκηνές με γεωγραφικό κριτήριο, αλλά τώρα έχει περισσότερο να κάνει με την ατομική γλώσσα/προσωπικότητα του κάθε μουσικού που επηρεάζει τη μουσική. Η πειραματική και σύγχρονη μουσική θα είναι πάντα ένα εργαλείο για να πολεμάς τις ανοησίες, πολιτικές και ιδεολογικές. Σε παγκόσμιο επίπεδο η σκηνή είναι πλούσια και πολύ μιξαρισμένη, σε ηλικίες, φύλα και εκφράσεις. Είναι φανταστικό και πολύ εμπνευστικό να είσαι κομμάτι μιας τέτοιας δημιουργικής σκηνής.

Δύο συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Τι περιμένετε από το ελληνικό κοινό και πώς νιώθετε που παίζετε εδώ;
Λατρεύω να παίζω στην Ελλάδα – από τότε που πήγα στην Αθήνα και γνώρισα τον Βασίλη από το Underflow, άνοιξε για μένα μια εντελώς νέα σκηνή. Ένα υπέροχο μείγμα δημιουργικού ροκ και αυτοσχεδιαστικής μουσικής και πολλής έρευνας. Ανυπομονώ να επιστρέψω στην Ελλάδα και να παίξω ξανά με τους Fire!. Η σκηνή είναι εξαιρετική – και ανυπομονώ να μάθω το vibe στη Θεσσαλονίκη, όπου δεν έχω ξαναπάει. Έχω ακούσει μόνο καλά πράγματα.

Μου λείπει ο Βασίλης. Ήταν μια δύναμη της φύσης.

Υπάρχουν κάποια νέα για τους Fire! — καινούριες συνθέσεις, συνεργασίες ή κατευθύνσεις στον ήχο — που σας ενθουσιάζουν ιδιαίτερα πριν από τα live στην Ελλάδα;

Ακόμη δουλεύουμε πάνω στο concept που καθιερώσαμε όταν ηχογραφήσαμε το Testament με τον Steve Albini στο Σικάγο, πριν φύγει από τη ζωή. Δεν έχουμε τελειώσει με αυτό ακόμα. Σκάβουμε βαθύτερα. Και πιο βαθιά μέσα. Για να απλοποιήσουμε και να μπούμε μέσα στη μουσική. Τα riffs είναι ακόμη εκεί. Και είναι πιο βαθιά τώρα από ποτέ.

Έχετε ξαναέρθει στην Ελλάδα προσωπικά; Έχετε κάποιες συνδέσεις εδώ; Υπάρχει κάτι στη χώρα ή στον πολιτισμό που απολαμβάνετε ιδιαίτερα;
Hell yes. Πάρα πολλές φορές. Έχω παίξει πολλές φορές στην Αθήνα με διάφορα γκρουπ. Και δεν χορταίνω το αυθεντικό ελληνικό φαγητό, τη ρακή και τα κρασιά. Είναι κάτι σπουδαίο και πλούσιο σε κάθε λεπτομέρεια. Το αληθινό πράγμα. Πάντα ήμουν μέσα στο ρεμπέτικο και λιώνω από ευτυχία κάθε φορά που ακούω τη Ρίτα Αμπατζή ή τη Ρόζα Εσκενάζυ να τραγουδούν. Αυτό που έκαναν τότε θα είναι πάντα πηγή έμπνευσης για κάθε άνθρωπο που ενδιαφέρεται για τη μουσική και τον πολιτισμό. Μουσική που σταματά τον χρόνο και αλλάζει το DNA.

Είπες πως έχετε συνεργαστεί με τον εκλιπόντα Steve Albini, έναν παραγωγό που άφησε τεράστιο αποτύπωμα στην πειραματική και underground μουσική. Πώς θυμάστε αυτή τη συνεργασία ;

Ήταν ο καλύτερος. Ήταν πολύ δύσκολο και σκληρό όταν πέθανε. Είχαμε ηχογραφήσει επίσης με τους The Thing και τον Steve πριν μερικά χρόνια. Τι να πω; Σαν άνθρωπος ήταν ακραίος και πολύ ριζοσπαστικός. Πολιτικά και μουσικά. Τα αυτιά του ήταν ανοιχτά.

Απίστευτα εμπνευστικό να δουλεύεις μαζί του. Ειδικά αφού δεν ήταν γνωστός ότι συνεργαζόταν με «jazz» πράγματα. Έβαλε το στίγμα του στην ηχογράφηση και το μιξάρισμα. Χωρίς να παρεμβαίνει. Απλά δημιουργικός και μερικές φορές έκανε πολύ cool επιλογές. Έχω ξαναηχογραφήσει στο Electrical Audio μετά τον θάνατό του. Παραμένει ένα απίθανο στούντιο – το vibe υπάρχει ακόμα. Και οι αίθουσες έχουν φανταστικό ήχο!

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στο να κρατάτε το project φρέσκο και ζωντανό μετά από τόσα χρόνια;
Να σιγουρευτούμε ότι συνεχίζουμε να μ ο ι ρ α ζ ό μ α σ τ ε. Τα καλά και τα κακά.

Όλα έχουν να κάνουν με το μοίρασμα. Αναπτυσσόμαστε σαν άνθρωποι, σαν μουσικοί και σαν μπάντα. Είναι μια όμορφη διαδικασία. Φέρνουμε διαφορετικά πράγματα μέσα στο γκρουπ – και μας αρέσει να δοκιμάζουμε καινούρια πράγματα μαζί. Όσο το riff είναι στο επίκεντρο, μπορούμε να επεκταθούμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση θέλουμε. Λατρεύω τα working-groups και το τι προσφέρουν στις φιλίες και πέρα από αυτές.

Είναι κάτι όμορφο. Να μοιράζεσαι στη σκηνή. Να μοιράζεσαι εκτός σκηνής. Αλλά πάντα να μοιράζεσαι. Και οι τρεις είμαστε πολύ περίεργοι για άλλη μουσική, άλλη τέχνη. Και όσο αυτή η περιέργεια υπάρχει, πάντα θα βρίσκουμε νέους τρόπους, νέες μουσικές.

Σήμερα, τα labels όπως “jazz,” “rock,” “fusion” ή “experimental” έχουν γίνει πιο ρευστά. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να ξεφεύγετε από την κατηγοριοποίηση;

Προσωπικά, μισώ το να βάζεις ταμπέλες στη μουσική. Είναι μόνο αρνητικό για μένα. Δίνει αμέσως μια κρίση στον ακροατή. Μια προκατάληψη. Αυτό δεν είναι καλό. Καλύτερα να είσαι ανοιχτός και απλά να βουτάς στη μουσική.

Εμείς κάνουμε Fire! music – αυτό κάνουμε. Αν οι άνθρωποι θέλουν να το πουν αλλιώς, είναι ευπρόσδεκτο. Ό,τι τους βολεύει.

Οι ταμπέλες είναι συνήθως για τους δημοσιογράφους. Ποιος χρειάζεται να κατηγοριοποιεί; Μας αρέσει όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να βρουν μια ταμπέλα για τη μουσική μας.

Αν έπρεπε να περιγράψετε με τρεις λέξεις τι θα ζήσει το κοινό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ποιες θα ήταν;
Fire! Fire! Fire!

Ευχαριστώ. Θα τα πουμε!

Ευχαριστώ!!! (στα ελληνικα!)

Μοιραστείτε το