Επιστροφή στα Άρθρα

Συνέντευξη Chameleons: "Οποιαδήποτε καλλιτεχνική έκφραση που προκαλεί συναίσθημα είναι ουσιαστική"

Lung Fanzine - Συνέντευξη Chameleons:
Συνέντευξη Chameleons:
Συντάκτης:
Χριστιάνα Στυλιανού
Ημ/νία:
Sep 11, 2025

Λίγο πριν την εμφάνισή τους στο Death Disco Open Air Festival 2025, ο μπασίστας και τραγουδιστής των Chameleons, Mark Burgess – ή Vox, όπως προτιμά πλέον να τον προσφωνούν – μιλά στο Lung για τον νέο τους δίσκο Arctic Moon, τη μνήμη, την απελπισία και την ελπίδα, προσφέροντας μια προσωπική ματιά στον κόσμο των Chameleons.

Μου φαίνονταν πάντα μυστηριώδεις τύποι. Τους ανακάλυψα στα σκοτεινά, εναλλακτικά κλαμπ της Αθήνας στις αρχές των 00s, χοροπηδώντας σαν μανιακή στον ήχο τους, πριν ακόμη μάθω ποιοι ήταν. Έπρεπε να συνθέσω την ιστορία τους κομμάτι-κομμάτι, μικρές πληροφορίες από εδώ κι από εκεί, μέχρι που σχηματίστηκε μια ολοκληρωμένη εικόνα. Είχαν φανατικούς θαυμαστές, αλλά την εποχή εκείνη, πριν το ίντερνετ γίνει τόσο διαδεδομένο και πανταχού παρόν, οι πληροφορίες για αυτούς ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Δεν ήταν ακριβώς γκοθ, και ο ήχος τους ήταν πολύ δραματικός για να συμπεριληφθούν indie σκηνή. Στην αρχή δεν γνώριζα καν ότι προέρχονταν από το Μάντσεστερ και σίγουρα δεν ανήκαν στην γνωστή «παρέα» της Factory και των ομοϊδεατών της. Έτσι, έμοιαζαν να  αιωρούνται στο κενό, με τα έντονα, συναισθηματικά φωνητικά και τις πολυεπίπεδες μελωδικές κιθάρες τους.

Οι αινιγματικοί Chameleons σχηματίστηκαν το 1981 στο Μάντσεστερ. Η αρχική τους σύνθεση περιλάμβανε τον Mark Burgess στα φωνητικά και το μπάσο, τους Reg Smithies και Dave Fielding στις κιθάρες και τον John Lever στα τύμπανα. Πολύ γρήγορα τράβηξαν την προσοχή του κοινού μέσα από μια σειρά sessions στο BBC και στη συνέχεια υπέγραψαν με την Epic. Τον Μάρτιο του 1982 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους single, το ατμοσφαιρικό In Shreds, σε παραγωγή του Steve Lillywhite, προμηνύοντας έναν ήχο που δύσκολα θα χωρούσε σε καλούπια.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι Chameleons άρχισαν να σμιλεύουν τον χαρακτηριστικό τους ήχο μέσα από τρία αριστουργηματικά άλμπουμ: Script of the Bridge (1983), What Does Anything Mean? Basically (1985) και Strange Times (1986). Ήταν μουσική που παρασέρνει τον ακροατή σε απρόβλεπτα συναισθηματικά τοπία: από τη βαθιά μελαγχολία στην εκρηκτική θύελλα, κι από τη νοσταλγία στη λάμψη της χαράς. Οι διπλές κιθάρες και τα στιβαρά τύμπανα υφαίνουν άλλοτε μια άγρια καταιγίδα κι άλλοτε μια ανάλαφρη καλοκαιρινή βροχή, ενώ ο νεαρός Burgess άφηνε την ποιητική του ψυχή να ξεδιπλωθεί σαν λουλούδι στο πρώτο φως της αυγής.

Οι στίχοι του, ονειρικοί και ευαίσθητοι, αιωρούνταν σε ένα ρομαντικό σύμπαν, διάφανο και αβέβαιο σαν την πρωινή πάχνη. Μιλούσαν για την παιδικότητα, την ταυτότητα και τον έρωτα, ενώ παράλληλα αντλούσαν εικόνες από σουρεαλιστικούς πίνακες, στιγμές ψυχολογικής εξάντλησης, καθώς και από μια σκοτεινή καταβύθιση στον κόσμο των ουσιών, εμπειρίες που σημάδεψαν την ψυχή του και έδωσαν βάθος στη μουσική του.

Κι όμως, τη στιγμή που είχαν φτάσει στην κορύφωση με το Strange Times, εξαφανίστηκαν σχεδόν σαν καπνός. Εσωτερικές εντάσεις και ο απρόσμενος θάνατος του αγαπημένου μάνατζερ, Tony Fletcher, οδήγησαν στη διάλυσή τους το 1987. Μια σύντομη επανασύνδεση, από το 2000 έως το 2003, χάρισε στους θαυμαστές άλλο ένα εξαιρετικό στούντιο άλμπουμ και μια συλλογή ζωντανών ηχογραφήσεων, πριν ακολουθήσει ξανά διάλειμμα. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων συνέβησαν πολλά, ανάμεσά τους και ο τραγικός θάνατος του John Lever το 2017.

Σήμερα, οι Chameleons έχουν επιστρέψει με νέα σύνθεση, που περιλαμβάνει τον Burgess και το ιδρυτικό μέλος Reg Smithies. Το νέο τους άλμπουμ, Arctic Moon, κυκλοφορεί σε λίγες μόνο μέρες, ενώ η μπάντα έχει ήδη ξεκινήσει μια μεγάλη περιοδεία στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στις 21 Σεπτεμβρίου θα βρεθούν στην Αθήνα, ανάμεσα σε σπουδαία ονόματα όπως η Anne Clark και ο Peter Hook, για το Death Disco Open Air Festival 2025 στην Τεχνόπολη.

Λίγο πριν την εμφάνισή τους στην Αθήνα, είχα την ευκαιρία να μιλήσω με τον Mark Burgess -ή, όπως μου διευκρίνισε στην αρχή της κουβέντας μας, όταν τον προσφώνησα ως Mark, εδώ και μερικά χρόνια έχει επιλέξει να ονομάζεται Vox. Στη συζήτησή, ο Vox μοιράστηκε σκέψεις για τη δημιουργία του νέου τους δίσκου, “Arctic Moon”, την σημασία της μνήμης για  την απελπισία και την ελπίδα, και τη διαχρονική μελαγχολία που διαπερνά τη μουσική των Chameleons. Μίλησε για το πώς ο πόνος συνδιαλέγεται με την τέχνη, αλλά και για την καθοριστική επίδραση του David Bowie στη ζωή του. Η συζήτηση επεκτάθηκε και στη σχέση της μπάντας με το κοινό, για τη σημασία των ανεξάρτητων ραδιοφωνικών σταθμών και των ψηφιακών πλατφορμών.

Ήταν λοιπόν πραγματική τιμή να συνομιλήσω με τον Vox και να αποκτήσω μια πιο καθαρή εικόνα για τον ίδιο και για το συγκρότημα που εξακολουθεί να εμπνέει, να συγκινεί και να στέκεται με πάθος κόντρα στον χρόνο.

Μετά από 24 χρόνια, τι ώθησε τελικά το συγκρότημα να κυκλοφορήσει ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ και γιατί αποφασίσατε να το κάνετε με αυτή τη συγκεκριμένη σύνθεση;

Γιατί όχι; Η επιστροφή του Reg έκανε αναπόφευκτη τη δημιουργία νέου υλικού. Στη συνέχεια ήρθε η πανδημία του Covid, η οποία σχεδόν παρέλυσε τη μουσική βιομηχανία. Όταν η κατάσταση ομαλοποιήθηκε, οι υπόλοιποι είχαν ήδη ενταχθεί στην ομάδα, και είχαμε μια σύνθεση που νιώθαμε ότι μπορούσε πραγματικά να εξελίξει τη μουσική μας, κάτι που ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα μετά από πολύ καιρό. Από άποψη χημείας και δυνατοτήτων, θεωρούσαμε ότι είχαμε μια πολύ δυνατή ομάδα, και νομίζω ότι αυτό επιβεβαιώθηκε.

Το κομμάτι “David Bowie Takes My Hand” φαίνεται να εκφράζει ένα βαθύ αίσθημα τιμής. Μπορείς να μας πεις πώς σε έχει επηρεάσει ο David Bowie, τόσο μουσικά όσο και υπαρξιακά, στην καριέρα σου;

Όχι, το τραγούδι δεν γράφτηκε ως φόρος τιμής. Το ονόμασα έτσι επειδή βρισκόμουν σε μια πολύ σκοτεινή φάση και το “Rock And Roll Suicide” του Bowie εξέφραζε τέλεια τα συναισθήματά μου εκείνη την περίοδο. Όταν βγήκα από αυτή την εμπειρία, το έγραψα ως απάντηση σε αυτό που βίωσα. Παρ’ όλα αυτά, ο Bowie ήταν σημαντικό μέρος της ζωής μου για περίπου 50 χρόνια. Ήταν συγγραφέας και καλλιτέχνης που τόσο εγώ όσο και ο Reg θαυμάζαμε πολύ. Ο Reg είχε ιδιαίτερη αδυναμία στην περίοδο του Ziggy, ενώ εγώ αγάπησα τα άλμπουμ του Bowie σε όλη τη διάρκεια της ζωής μου.

Συγκροτήματα όπως οι Oasis, οι Interpol και οι The Killers έχουν κατά καιρούς δηλώσει ότι επηρεάστηκαν από τους Chameleons. Νιώθεις πίεση να ανταποκριθείς σε αυτήν την κληρονομιά όταν δημιουργείς νέο υλικό;

Όχι, δεν το σκέφτομαι καν. Και αμφιβάλλω για την εγκυρότητα τέτοιων δηλώσεων, γιατί δεν εντοπίζω καμία ομοιότητα με αυτό που κάνουν, και αυτό είναι καλό. Είναι πάντα ωραίο όταν καλλιτέχνες που εκτιμώ να αναφέρουν τους Chameleons, αλλά κανένας από εμάς δεν παίρνει σοβαρά τέτοιες δηλώσεις. Αν όντως αγαπούσαν τόσο πολύ τη μουσική μας, θα μας είχαν ζητήσει να παίξουμε μαζί τους, σωστά; Κανείς ποτέ δεν το έκανε.

Πόσο διαφορετικός νιώθεις τώρα ως συνθέτης σε σχέση με τον νεαρό Mark που έγραψε το Script of the Bridge;

Νομίζω ότι έχω ωριμάσει. Είμαι λιγότερο αφελής και πιθανότατα έχω περισσότερη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση σε σύγκριση με τότε. Επίσης, είμαι πολύ λιγότερο ιδεαλιστής από ό,τι ήμουν στο παρελθόν.

Το View from a Hill είναι πάντα ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια και κατέχει υψηλή θέση στον προσωπικό μου βωμό της μουσικής. Έχει κάτι διαχρονικό και σχεδόν υπερβατικό. Θυμάσαι τι ήθελες να εκφράσεις όταν το έγραφες και πώς έχει αλλάξει η σημασία του για σένα με τα χρόνια;

Ήταν απλώς ένα τραγούδι που αποτύπωνε μια εμπειρία που ζήσαμε εμείς και μερικοί φίλοι, αλλά αποδείχθηκε αρκετά βαθύ και μεταμορφωτικό. Όταν το ακούω, με γυρίζει πίσω σε εκείνη την εποχή. Σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους, και για να είμαι ειλικρινής δεν μου αρέσει να παρεμβαίνω σε αυτή την προσωπική ερμηνεία. Σκοπός μου ήταν απλώς να αποτυπώσω μουσικά την ουσία εκείνης της εμπειρίας.

Η μνήμη φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στους στίχους σου. Βλέπεις τη μουσική περισσότερο ως τρόπο διατήρησης της μνήμης ή ως μέσο μεταμόρφωσής της;

Εξαρτάται από το τραγούδι. Γράφω πολύ ενστικτωδώς και συχνά δεν καταλαβαίνω ακριβώς τι προσπαθώ να πω μέχρι να περάσει κάποιος χρόνος. Τότε βλέπω τα πράγματα από διαφορετική οπτική και αναγνωρίζω τις εμπειρίες από τις οποίες προέρχονται οι στίχοι. Για παράδειγμα, όταν ηχογράφησα το In Shreds, δεν συνειδητοποίησα αμέσως ότι ο στίχος “the whore in my bed” αναφερόταν στην CBS Records. Άλλες φορές, όμως, ξέρω τι θέλω να εκφράσω τη στιγμή που γράφω, όπως στο David Bowie Takes My Hand, όπου είχα πλήρη επίγνωση των συναισθημάτων που ήθελα να μεταφέρω.

Μεγαλώνοντας, θα έλεγες ότι έχει αλλάξει η σχέση σου με την ελπίδα και την απελπισία;

Ναι, πλέον η ελπίδα έχει συρρικνωθεί, σε αντίθεση με την απελπισία που θεριεύει σε σχέση με το παρελθόν, ιδιαίτερα όσο ο κόσμος μας γίνεται πιο αποκρουστικός και παράλογος. Τείνω να πιστεύω ότι πολλά τραγούδια που γράφτηκαν τη δεκαετία του ’80, στην πραγματικότητα είχαν γραφτεί για όσα ζούμε σήμερα, παρά για την εποχή εκείνη.

Θα έλεγες ότι η μελαγχολία που χαρακτηρίζει τη μουσική των Chameleons συνδέεται αναπόφευκτα με το Μάντσεστερ ή έχει ξεπεράσει τα όρια του τόπου;

Όχι, πιστεύω ότι η μελαγχολία αφορά την ανθρώπινη κατάσταση και δεν σχετίζεται με τη γεωγραφία. Γι’ αυτό τόσοι πολλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ταυτίζονται με τη μουσική μας και γι’ αυτό αντηχεί σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Το Μάντσεστερ είναι απλώς η πόλη από την οποία προερχόμαστε.

Έχεις βιώσει απώλειες και προσωπικούς αγώνες. Πιστεύεις ότι ο πόνος είναι απαραίτητος για να δημιουργηθεί ουσιαστική τέχνη ή είναι απλώς ένας ρομαντικός μύθος;

Τι εννοούμε όμως με την «ουσιαστική τέχνη»; Διαφορετικά πράγματα αγγίζουν διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετικούς τρόπους. Κάθε μουσική μπορεί να λειτουργήσει σαν φάρμακο για κάποιον· αν όχι για μένα, τότε για κάποιον άλλον. Το γεγονός ότι εγώ δεν βρίσκω νόημα σε μια συγκεκριμένη μορφή τέχνης δεν σημαίνει ότι είναι άχρηστη, γιατί άλλοι που χρειάζονται αυτό το «φάρμακο» μπορεί να επηρεαστούν και να εμπνευστούν από αυτήν. Οποιαδήποτε καλλιτεχνική έκφραση που προκαλεί συναίσθημα – αγάπη, μίσος, απελπισία, χαρά – είναι ουσιαστική. Άρα όχι, οι δυσκολίες και ο πόνος δεν είναι απαραίτητα, αν και μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση για σπουδαία έργα, το ίδιο μπορεί να κάνει και η αγάπη, η χαρά ή το χιούμορ.

Πιστεύεις ότι τα τραγούδια ανήκουν στους δημιουργούς τους ή ανήκουν τελικά στους ακροατές;

Μόλις ένα τραγούδι γίνει viral, ανήκει στους ακροατές, σε όλους. Είναι δικό τους για να το ακούσουν, να το απολαύσουν, να το μοιραστούν και να το σκεφτούν. Το μόνο που παραμένει αποκλειστικά στον συνθέτη είναι τα πνευματικά δικαιώματα.

Πώς αιτιολογείς τη συνέχιση του συγκροτήματος υπό το όνομα “The Chameleons”, παρά την απουσία αρχικών μελών όπως ο John Lever και ο Dave Fielding;

Δεν νιώθω ότι χρειάζεται να δικαιολογηθώ σε κανέναν. Ο John και ο Dave επέλεξαν να φύγουν από τους Chameleons πάνω από 20 χρόνια πριν, όπως και ο Reg, ο οποίος όμως επέλεξε τελικά να επιστρέψει. Η μόνη φορά που άφησα το συγκρότημα ήταν το 1987· επέστρεψα το 2000 και από τότε δεν έφυγα ξανά. Αν προσέξεις, σε ό,τι έχουμε υπό τον έλεγχό μας, υπογράφεται ως “Chameleons”, που είναι αυτό που είμαστε εγώ και ο Reg. Οπότε όχι, ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να δικαιολογηθώ σε κανέναν.

Σε παλαιότερες συνεντεύξεις έχεις αναφέρει ότι το punk είναι περισσότερο στάση ζωής παρά ήχος. Πιστεύεις ότι αυτή η στάση σας βοήθησε να κρατήσετε ζωντανούς τους Chameleons παρά τις δυσκολίες;

Όχι, στην πραγματικότητα αυτό το πέτυχε η δύναμη της μουσικής μας και η αγάπη του κοινού μας.

Το κοινό σας έχει αλλάξει με τις δεκαετίες; Βλέπετε τώρα και νεότερες γενιές στις συναυλίες σας;

Ναι, πολύ. Κάποιοι από τους θεατές είναι μόλις δεκατεσσάρων ετών. Μετά από μια συναυλία μίλησα με ένα δεκατετράχρονο και του είπα: «Άρα υποθέτω ότι ο πατέρας σου σε έφερε;» Και εκείνος απάντησε ότι, στην πραγματικότητα, εκείνος είχε φέρει τον πατέρα του! Το βρήκα απίστευτο αλλά και αληθινό. Πολλοί νέοι έρχονται να μας ακούσουν μαζί με όσους μας ακολουθούν χρόνια, μερικοί από την αρχή της πορείας μας.

Έχεις αναφέρει ότι η συνεργασία σας με τον John Peel υπήρξε καθοριστική. Ποιον ρόλο νομίζεις ότι παίζουν σήμερα οι ανεξάρτητοι ραδιοφωνικοί σταθμοί και οι ψηφιακές πλατφόρμες για νέα συγκροτήματα;

Ναι, ο John Peel ήταν εξαιρετικά σημαντικός. Εκτός από τον τεράστιο σεβασμό που είχε από συναδέλφους και λάτρεις της μουσικής, η εκπομπή του μεταδιδόταν σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο τέσσερις νύχτες την εβδομάδα και, μέσω του BBC World Service και του British Forces Radio, έφτανε και στην Ευρώπη. Όσον αφορά τις streaming πλατφόρμες, επιτρέπουν στους καλλιτέχνες να γίνουν γνωστοί χωρίς να χρειάζεται να πληρώσουν τεράστια ποσά για προώθηση μέσω BBC ή ανεξάρτητων παραγωγών. Πολλοί ανακάλυψαν τους Chameleons μέσω Spotify, YouTube ή Apple Music. Έτσι, οι πλατφόρμες μπορεί να πληρώνουν ελάχιστα τους καλλιτέχνες, αλλά βοηθούν σημαντικά στην οικοδόμηση κοινού – με πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.

Αν είχες την ευκαιρία να συνεργαστείς με έναν σύγχρονο καλλιτέχνη ή συγκρότημα, ποιον θα επέλεγες;

Την Kate Bush.

Τέλος, τι μπορεί να περιμένει το κοινό στην Αθήνα από την εμφάνισή σας στο Death Disco Open Air Festival αυτόν τον Σεπτέμβριο;

Περίπου μία ώρα μουσικής από τους Chameleons, ένα συγκρότημα που αγαπά πραγματικά αυτό που κάνει και το παρουσιάζει με απόλυτη αφοσίωση και ποιότητα.

Μοιραστείτε το

Διαβάστε επίσης