Υπάρχει ένας τρόπος να ακούσεις τον Blockhead χωρίς να σκέφτεσαι ότι ακούς έναν παραγωγό instrumental hip-hop. Όχι επειδή η μουσική του απομακρύνεται από το hip-hop, αλλά επειδή αντιλαμβάνεται το beat ως σύνθεση και όχι ως συνοδευτικό μηχανισμό. Στα κομμάτια του υπάρχει η λογική του μοντάζ, όπως και στον κινηματογράφο: διαφορετικές πηγές, διαφορετικές εποχές, φωνές και όργανα που δεν προορίζονταν να συνυπάρξουν, αποκτούν μέσα από την επεξεργασία μια νέα χρονική σχέση. Δεν πρόκειται για μια μεταφορά που χρειάζεται να επιβληθεί στη μουσική του· είναι, κυριολεκτικά, ο τρόπος με τον οποίο έχει μάθει να δουλεύει.
Ο Tony Simon μεγάλωσε στο Manhattan, σε ένα περιβάλλον όπου η τέχνη δεν ήταν ξένη υπόθεση — ο πατέρας του, Sidney Simon, ήταν γλύπτης — και από την εφηβεία του στράφηκε στο hip-hop, αρχικά ως MC και στη συνέχεια ως παραγωγός. Το 1994, όταν απέκτησε το πρώτο του ASR-10, άρχισε να κατασκευάζει ο ίδιος τα beats που μέχρι τότε αναζητούσε σε άλλους παραγωγούς. Την ίδια περίοδο γνώρισε τον Aesop Rock στο Boston University. Η συνεργασία τους θα έδινε μερικούς από τους πιο αναγνωρίσιμους ήχους του underground αμερικανικού rap των επόμενων χρόνων, με κορυφαίο σημείο το Labor Days του 2001 και την περίφημη συνέχεια του Daylight.
Όμως το ουσιαστικό κεφάλαιο της διαδρομής του αρχίζει ίσως όταν ο Blockhead παύει να χρειάζεται τη φωνή ενός MC για να ολοκληρώσει μια μουσική ιδέα. Το Music by Cavelight του 2004 και το Downtown Science του 2005 έδειξαν ότι το instrumental hip-hop μπορούσε να λειτουργήσει ως πλήρες αφηγηματικό έργο, ενώ το The Music Scene του 2009 πήγε αυτή τη λογική ακόμη παραπέρα, μέσα και από την υιοθέτηση του Ableton. Εκεί βρίσκεται μια από τις βασικές ιδιαιτερότητες της δουλειάς του: η τεχνολογία δεν γίνεται ποτέ το κεντρικό θέμα της δουλειάς του αλλα παραμένει εργαλείο για την οργάνωση μιας ήδη διαμορφωμένης ακουστικής πρότασης/προσέγγισης.
Ο Blockhead έχει πει ότι η έννοια της «έμπνευσης» δεν σημαίνει πια πολλά για εκείνον. Η φράση έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή έρχεται από έναν μουσικό του οποίου η δουλειά συχνά περιγράφεται με όρους ατμόσφαιρας και συναισθήματος. Στην πραγματικότητα, η παραγωγή του μοιάζει περισσότερο με μακρά άσκηση παρατήρησης: ακούει, απομονώνει, συνδυάζει, αφαιρεί. Η μουσική δεν προκύπτει ως έκρηξη αλλά ως αποτέλεσμα συσσώρευσης και επεξεργασίας. Καταλήγει κάθε φορά στα συμπεράσματα της, χρησιμοποιώντας την αγαπημένη μου θεώρηση περί “κρίσιμης μάζας της πληροφορίας”: Όταν συγκεντρώνονται αρκετά στοιχεία στο πεδίο, εκείνο που παράγεται αφηγηματικά ως αποτέλεσμα, δεν είναι κάτι γραμμικό, αλλά τα στοιχεία που απομένουν μετά από μια γεωμετρικής προόδου εξελισσόμενη έκρηξη.
Για αυτό και η θέση του μέσα στη σύγχρονη μουσική είναι κάπως ιδιότυπη. Δεν ανήκει ακριβώς στην παράδοση των beatmakers που αντιμετώπισαν το sample ως επίδειξη γνώσης — ως απόδειξη ότι ξέρεις από πού προέρχεται ένας ήχος — ούτε σε εκείνη των ηλεκτρονικών παραγωγών που αντιμετωπίζουν το studio κυρίως ως εργαστήριο τεχνολογικής καινοτομίας. Η δουλειά του βρίσκεται ανάμεσα στα δύο: στη γνώση της ιστορίας της ηχογράφησης και στην ελευθερία να την ανασυνθέσει δημιουργικά και κατά βούλησιν. Από αυτή την άποψη, η μουσική του έχει περισσότερο σχέση -όπως τόνισα προηγουμένως- με το μοντάζ του κινηματογράφου παρά με την απλή κατασκευή ενός beat.
Στις 2 Οκτωβρίου 2026, ο Blockhead καταφθάνει στο Gazarte Roof Stage της Αθήνας και το Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026 στο Soul Ground Stage, στη Θεσσαλονίκη, ως δύο στάσεις της ευρωπαϊκής περιοδείας τους το φθινόπωρο του 2026. Η αθηναϊκή εμφάνιση γίνεται έτσι η αφορμή για να συναντήσουμε έναν καλλιτέχνη που βρίσκεται εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια σε έναν χώρο όπου η τεχνολογία αλλάζει διαρκώς, ενώ ο πυρήνας της δουλειάς παραμένει εκπληκτικά σταθερός: η ακρόαση ως επιλογή και το sample όχι ως παρελθόν, αλλά ως υλικό ενός παρόντος που μπορεί ακόμη να ξαναμονταριστεί.
Γιάννης Ραουζαίος: Έχεις περάσει δεκαετίες μετατρέποντας θραύσματα από τη μουσική άλλων ανθρώπων σε κάτι που ακούγεται αναμφισβήτητα σαν εσένα. Σε ποιο σημείο το sampling παύει να είναι μια πράξη δανεισμού και γίνεται μια μορφή αυτοβιογραφίας;
Blockhead: Αν είμαι ειλικρινής, νομίζω ότι σε κάποιο επίπεδο θα είναι πάντα μια πράξη δανεισμού, αλλά, ταυτόχρονα, πάντα θεωρούσα το υλικό από το οποίο παίρνω δείγματα ως κομμάτια ενός ευρύτερου συνόλου. Σαν ένα μουσικό παζλ… Και νιώθω ότι βρήκα το στυλ και τον ήχο μου αρκετά νωρίς στην καριέρα μου, οπότε αυτό το κομμάτι θα μου ταιριάζει πάντα, ανεξάρτητα από το αν το αρχικό υλικό αποτελείται εξ ολοκλήρου από μουσική άλλων ανθρώπων.
Γ.Ρ.: Όταν ψάχνεις για samples, αναζητάς κυρίως έναν ήχο, έναν ρυθμό, μια υφή, μια σημαντική ιστορική στιγμή ή κάτι που δεν μπορείς να ονομάσεις; Με άλλα λόγια, τι σε κάνει να σταματάς τη βελόνα αντί να προχωράς μπροστά;
Β.: Μπορεί να αλλάζει από μέρα σε μέρα. Κυρίως ψάχνω για ένα συναίσθημα πάνω στο οποίο μπορώ να χτίσω. Σαν ένα θεμελιώδες δείγμα στο οποίο μπορώ να προσθέσω στοιχεία και να το χρησιμοποιήσω ως εφαλτήριο. Άλλες φορές, ακούω έναν τόνο που απλά με συγκινεί και με εμπνέει να τον εξερευνήσω περαιτέρω.
Γ.Ρ.: Υπάρχει μια ερώτηση που μου αρέσει πολύ να σου κάνω και που συνήθως τη θέτω, δεδομένου ότι είμαι και κριτικός κινηματογράφου: Η μουσική σου συχνά δίνει την αίσθηση ότι είναι κινηματογραφική, χωρίς να χρειάζεται να συνοδεύει κάποια ταινία. Οι συγκεκριμένες εικόνες που δημιουργείς υπάρχουν από την αρχή κάθε ιδέας ή αναδύονται αργότερα ως συνέπεια της μουσικής;
Β.: Οι εικόνες και η τέχνη είναι πάντα μια μεταγενέστερη σκέψη. Όταν φτιάχνω ένα άλμπουμ, απλώς γράφω τα τραγούδια (πάντα 12 τραγούδια) και μετά κάνω ένα βήμα πίσω για να δω τι έχω. Ποια είναι τα κοινά θέματα. Ποιες είναι οι διαθέσεις. Ποτέ δεν έχω ξεκινήσει ένα άλμπουμ με μια ιδέα από την αρχή, εκτός από το «Uncle Tony’s Coloring Book», όπου η ιδέα ήταν «Θέλω να φτιάξω ένα χαρούμενο άλμπουμ», και το «Bubble Bath», όπου η ιδέα ήταν «Θέλω να φτιάξω ένα ήρεμο άλμπουμ». Αλλά μέχρι εκεί φτάνει το βάθος όσον αφορά την προμελετημένη τέχνη και τα concept.
Γ.Ρ.: Υπάρχει μια παράξενη αρχαιολογία μέσα στο έργο σου: τζαζ, σόουλ, φανκ, γκόσπελ, χιπ-χοπ, ηλεκτρονική μουσική – ήχοι από διαφορετικές δεκαετίες σε έναν συνεχή διάλογο. Βλέπεις το sample ως θραύσμα του παρελθόντος ή ως πρώτη ύλη που δεν έχει ακόμα το μέλλον της;
Β.: Τα βλέπω όλα ως πρώτη ύλη. Ανεξάρτητα από την προέλευσή τους ή το είδος τους, δεν είναι παρά ένας ήχος που μπορώ να συνδυάσω με άλλους ήχους. Αυτό ακούγεται πιο ψυχρό από ό,τι είναι στην πραγματικότητα, αλλά όντως βλέπω το αρχικό υλικό απλώς ως τον πηλό που θα πλάσω για να φτιάξω το γλυπτό.
Γ.Ρ.: Στο «Mortality is Lit!», ο θάνατος αποκτά υλική μορφή μέσα από το χιούμορ, τον σαρκασμό, το παράλογο και τον στοχασμό. Γιατί η κωμωδία μοιάζει να είναι μια τόσο κατάλληλη γλώσσα για την αντιμετώπιση της θνητότητας; Πόσο μπορεί η έννοια του υπαρξιακού τέλους να συνδεθεί με το γέλιο;
Β.: Η ελαφρότητα είναι τόσο σημαντική όταν ασχολούμαστε με τον θάνατο. Το να προσεγγίζουμε τη ζωή και τον θάνατο μόνο με σοβαρότητα και θλίψη δεν είναι τρόπος ζωής. Αλλά μέρος αυτού του άλμπουμ δεν αφορούσε μόνο τον φυσικό θάνατο. Αφορούσε επίσης την κοινωνία γενικότερα. Όπως… δεν βρισκόμαστε στο τέλος των καιρών, αλλά σίγουρα οδεύουμε με ταχύτητα προς αυτό. Σε κάποιο σημείο, μπορείς μόνο να κατσουφιάζεις και να προσπαθείς να διορθώσεις τα πράγματα για λίγο, πριν συνειδητοποιήσεις ότι βασικά είμαστε όλοι ανίσχυροι σε όλα αυτά, οπότε καλύτερα να αξιοποιήσουμε την κατάσταση όσο καλύτερα μπορούμε.
Γ.Ρ.: Κομμάτια όπως τα «Come Again» και «All Dorks Go To Heaven» περιέχουν αναλαμπές που προέρχονται από εντυπωσιακά διαφορετικούς μουσικούς και πολιτισμικούς κόσμους. Όταν διάφορες ιστορίες και περιβάλλοντα συγκρούονται μέσα σε έναν ρυθμό, πιστεύεις ότι δημιουργείς μέσω μιας σύνθεσης ένα είδος εναλλακτικής ιστορίας που δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά εκτός της μουσικής και του είδους της φαντασίας που χρειάζεται η τέχνη;
Β.: Θέλω να πω… δεν μπορώ να πω τι δεν έχει υπάρξει ποτέ εκτός της μουσικής. Μπορώ να πω ότι ο στόχος μου με ορισμένα τραγούδια (με το «All dorks go to heaven» να αποτελεί τέλειο παράδειγμα) είναι να προσπαθήσω να διηγηθώ μια ιστορία ή να παρουσιάσω μια άποψη με ελάχιστα λόγια. Ίσως ένα φωνητικό απόσπασμα εδώ και εκεί για να καθοδηγήσει το «πλοίο», αλλά, μόλις αυτό περάσει, θέλω η μουσική να οδηγήσει τους ακροατές προς ένα συναίσθημα.
Γ.Ρ.: Η συνεργασία σου με τον Aesop Rock συνέβαλε στη δημιουργία μιας από τις σπουδαιότερες σχέσεις παραγωγού-MC στο underground hip-hop. Τι σου δίδαξε η συνεργασία με κάποιον που χρησιμοποιεί μια τόσο πυκνή γλώσσα σχετικά με τις μορφές ποιητικής έκφρασης και την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ ρυθμού και νοήματος;
Β.: Ο Aesop είναι ο λόγος που σταμάτησα να ραπάρω, χαχαχαχα
Όταν γνωριστήκαμε, ήμασταν και οι δύο MC και μόλις τον άκουσα, συνειδητοποίησα ότι ήμουν πιο κατάλληλος για τη δημιουργία beats. Και οι δύο αναδείξαμε την καριέρα μας σε μια εποχή όπου το φλύαρο και περίπλοκο ραπ ήταν αυτό που μας απασχολούσε πάρα πολύ. Οπότε, δεν μπορώ να πω ότι η γλώσσα του συγκεκριμένα μου δίδαξε κάτι, αλλά ήταν σίγουρα μια επέκταση της μουσικής που αγαπούσαμε και οι δύο εκείνη την εποχή. Και από τότε το έχει ανεβάσει σε ένα άλλο επίπεδο που πραγματικά δεν νομίζω ότι κανένας άλλος καλλιτέχνης μπορεί να φτάσει.
Γ.Ρ.: Το instrumental hip-hop αντιμετωπίζεται μερικές φορές ως μουσική που υπάρχει χωρίς ράπερ. Οι δίσκοι σου υποδηλώνουν το αντίθετο: ότι ένα instrumental έργο μπορεί να περιέχει χαρακτήρες, υπαρξιακές προκλήσεις, διάλογο, χιούμορ και αφήγηση χωρίς να χρειάζεται ποτέ έναν συμβατικό πρωταγωνιστή; Πιστεύεις ότι ο ρυθμός ο ίδιος μπορεί να αποκαλύψει, να φέρει στο φως, ιστορίες όλων των ειδών, χωρίς την ανάγκη λέξεων;
Β.: Απολύτως. Πάντα θεωρούσα την ορχηστρική μουσική αρκετά βαρετή. Κυριολεκτικά δεν ακούω καθόλου τέτοια μουσική και δεν την έχω ακούσει ποτέ. Ειδικά τα ορχηστρικά κομμάτια χιπ χοπ. Οπότε ο στόχος μου ήταν πάντα να προσπαθήσω να την κάνω ενδιαφέρουσα. Να της δώσω κίνηση. Να φτιάχνω τραγούδια, όχι απλά ρυθμούς. Μου αρέσει να έχουν αρχή, μέση και τέλος. Μου αρέσει να μοιάζουν με ένα ταξίδι όπου ξεκινάς από κάπου και καταλήγεις σε ένα εντελώς διαφορετικό μέρος. Ποτέ δεν ήμουν από αυτούς που προσπαθούν να δημιουργήσουν μουσική βασισμένη στη μονοτονία για να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα. Θέλω δράση, και το να προσπαθείς να διηγηθείς μια ιστορία μέσα από ένα ορχηστρικό τραγούδι απαιτεί κίνηση.
Γ.Ρ.: Υπάρχει αξιοσημείωτη δόση χιούμορ στους τίτλους και τις εικόνες σου, όπως ανέφερα ήδη παραπάνω, αλλά η ίδια η παραγωγή είναι συχνά μελαγχολική. Είναι για σένα το χιούμορ μια προστασία από τη μελαγχολία;
Β.: Στην πραγματική ζωή, είμαι ένας αρκετά ανόητος και ανέμελος άνθρωπος. Απλώς τυχαίνει να με ελκύουν οι μελαγχολικές ατμόσφαιρες μουσικά… Μου αρέσει η όμορφη μουσική. Οι άνθρωποι που με γνωρίζουν συχνά εκπλήσσονται με το πώς είμαι ως άτομο, επειδή η προσωπικότητά μου δεν ταιριάζει καθόλου με τη μουσική μου. Ακόμα και οι δικοί μου φίλοι δεν μπορούν να καταλάβουν ότι δημιουργώ τη μουσική που δημιουργώ. Δεν νομίζω όμως ότι αυτό αντανακλά κάποια εσωτερική θλίψη που έχω μέσα μου. Είναι απλώς η προτίμηση του αυτιού μου.
Γ.Ρ.: Μετά από όλα αυτά τα χρόνια που ασχολείσαι με το sampling, ανησυχείς ποτέ μήπως επαναλαμβάνεσαι; Ή μήπως οι περιορισμοί που επιβάλλει η εργασία με ηχογραφημένο ήχο δημιουργούν στην πραγματικότητα έναν άπειρο αριθμό δυνατοτήτων, αφού κάθε ιδέα αλλάζει πάντα το αρχικό νόημα ενός συγκεκριμένου ήχου;
Β.: Η μεγαλύτερη ανησυχία μου είναι ότι θα ξεχάσω ότι έχω ήδη χρησιμοποιήσει ένα δείγμα και θα το ξαναχρησιμοποιήσω… Αυτό είναι ΠΟΛΥ πιθανό, γιατί πραγματικά δεν ακούω τη δική μου μουσική και θα μπορούσα εύκολα να παραβλέψω κάποιο τυχαίο μικρό δείγμα που είχα βάλει πριν από 15 χρόνια. Πέρα από αυτό όμως, όσο υπάρχει παλαιότερη μουσική, ο μόνος περιορισμός μου είναι το πόσο τεμπέλης είμαι για να την αναζητήσω.
Γ.Ρ.: Σήμερα ζούμε σε μια εποχή ακραίας τεχνολογικής επιτάχυνσης κάθε είδους! Αποτελεί ταυτόχρονα ένα γενικό πλαίσιο δημιουργικότητας και ένα κουτί της Πανδώρας. Πες μου, σε παρακαλώ, αν είναι δυνατόν να το χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα μιας γενικής εποχής καλλιτεχνικής εξέλιξης, τι έχει αλλάξει πιο ριζικά στη σχέση σου με την τεχνολογία από την εποχή του «Music By Cavelight»; Μήπως, για παράδειγμα, ο καλύτερος εξοπλισμός έκανε τη δημιουργική διαδικασία πιο απελευθερωτική, ή μήπως οι περιορισμοί κάποτε σε ανάγκασαν να πάρεις πιο ενδιαφέρουσες αποφάσεις;
Β.: Ποτέ δεν ήμουν κάποιος που αγαπούσε την τεχνολογία ή νοιαζόταν για την εξέλιξη του εξοπλισμού μου. Η καριέρα μου πέρασε από δύο φάσεις. Τα χρόνια του ASR-10 (τα πρώτα κομμάτια των Aesop μέχρι το «Uncle Tony’s Coloring Book») και μετά η περίοδος του Ableton, που καλύπτει όλα όσα ακολούθησαν, ξεκινώντας από το «The Music Scene». Το Ableton άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο έκανα μουσική και μου έδωσε δυνατότητες που επέτρεψαν στον ήχο μου να εξελιχθεί. Χωρίς αυτό, δεν ξέρω πώς θα ακούγονταν τα beats μου. Τα ορχηστρικά μου άλμπουμ θα ήταν επίσης 100% διαφορετικά. Αν και εκτιμώ τους περιορισμούς του παλιού μου sampler, οι δυνατότητες που μου άνοιξε το Ableton μου επέτρεψαν 100% να γίνω ο παραγωγός που είμαι σήμερα.
Γ.Ρ.: Σε μια εποχή όπου παρατηρούνται κάθε είδους καλλιτεχνικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των καλλιτεχνικών στυλ, πιστεύεις, ειδικά όσον αφορά τη μουσική, ότι το είδος εξακολουθεί να αποτελεί μια χρήσιμη μουσική γλώσσα και ένα δημιουργικό μέσο, ή έχει μετατραπεί κυρίως σε μια κατηγορία μάρκετινγκ;
Β.: Πιστεύω ότι τα είδη και το να δίνεις σημασία σε αυτά είναι αρκετά ανόητο. Πάντα αποτελούσαν έναν τρόπο να βάζεις έναν καλλιτέχνη σε ένα κουτί, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να καταλάβει γρήγορα σε τι μπαίνει. Όλα αυτά τα μικρά υποείδη που προκύπτουν από τα κύρια μου φαίνονταν πάντα άσκοπα. Το θέμα είναι ότι ο μέσος ακροατής μουσικής προέρχεται από ένα πολύ βασικό επίπεδο. Δεν τον ενδιαφέρει τι κάνει τη διαφορά μεταξύ του two step και του breakbeat. Για αυτόν είναι όλα το ίδιο. Τα είδη υπάρχουν αποκλειστικά για λόγους μάρκετινγκ και για να διαφωνούν οι μουσικομανείς.
Γ.Ρ.: Και τώρα η τελευταία μου ερώτηση για την ώρα, μια ερώτηση που κάνω πάντα όλες αυτές τις δεκαετίες που παίρνω συνεντεύξεις από καλλιτέχνες κάθε είδους: Τι είναι για σένα η αγάπη; Ειδικά όσον αφορά τη δουλειά σου, μετά από όλα αυτά τα χρόνια που κόβεις θραύσματα από τις ζωές άλλων ανθρώπων, θορύβους, φωνές και μουσική, και τους δίνεις μια άλλη ζωή, πιστεύεις ότι η αγάπη θα μπορούσε να είναι και αυτή μια μορφή sampling: να παίρνεις κάτι που υπήρχε πριν από εμάς, να αλλάζεις το πλαίσιο του και, κατά κάποιον τρόπο, να το κάνεις εξ ολοκλήρου δικό σου;
Β.: Φίλε… μακάρι να ήξερα, χαχαχα! Πραγματικά προσεγγίζω τη μουσική από μια τόσο πρακτική σκοπιά που μου είναι δύσκολο να συνδέσω το πώς αισθάνομαι γι’ αυτήν συναισθηματικά. Εννοώ, μου αρέσει πολύ να δημιουργώ μουσική. Είναι κάτι πολύ φυσικό και διαισθητικό για μένα, αλλά δεν μπορώ να πω ότι αναρωτιέμαι πολύ για το γιατί.
Συνέντευξη, επιμέλεια: Γιάννης Ραουζαιος