The Kilimanjaro Darkjazz Ensemble: Soundtrack για μια ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ
Ένα συνεχές πλάνο τραβηγμένο από το παράθυρο ενός αυτοκινήτου που διασχίζει ένα βιομηχανικό, αστικό τοπίο, κάπου στη Δυτική Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική, περίπου στα τέλη της δεκαετίας του 1990· είναι σούρουπο, οι σκιές μακραίνουν, τα σύννεφα στον ουρανό λαμπυρίζουν με μια θειώδη κίτρινη απόχρωση, η βροχή καλύπτει τα πάντα με μια κούφια, νέον λάμψη· περιστασιακά το αυτοκίνητο φαίνεται να επιταχύνει ή να επιβραδύνει σχεδόν ανεπαίσθητα, αλλά το τοπίο παραμένει το ίδιο — απειλητικό, ανησυχητικό, αφιλόξενο. Ακούγεται ένας μακρινός κεραυνός, βαθιά μηχανικά βουητά, το σφύριγμα ενός τρένου, οι ήχοι των μηχανημάτων και του εμπορίου· δεν φαίνεται να υπάρχει κανείς στους δρόμους αυτό το βράδυ, ούτε ανθρώπινα πρόσωπα, ούτε περαστικοί· δεν υπάρχει διάλογος· δεν μαθαίνουμε ποτέ ποιος οδηγεί το αυτοκίνητο. Μια οικεία εικόνα της βιομηχανικής αποξένωσης στην ύστερη καπιταλιστική εποχή.
Κάπως έτσι θα περιέγραφα τις εικόνες που έτρεχαν στο μυαλό μου την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τον ήχο των Kilimanjaro Darkjazz Ensemble, ακούγοντας το φερώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους. Πλάνα από μία νουάρ ταινία που δεν έχει ακόμα γυριστεί. Ή εικόνες που προϋπήρχαν και η μουσική των TKDE ήρθε να φωτίσει όσα δεν μπορούσε να πει ο φακός. Το concept, βέβαια, ενός άλμπουμ ως φανταστικού soundtrack μιας ταινίας που δεν υπάρχει, κάθε άλλο παρά καινοφανές είναι – ποιος μπορεί να μη σκεφτεί το κλασσικό πλέον «The Black Saint and the Sinner Lady» του Τσαρλς Μίνγκους; Όμως οι TKDE καταφέρνουν σχεδόν αριστουργηματικά να δώσουν στον ακροατή αυτό που υπόσχονται: σκοτεινή και στοχαστική μουσική, με μία συγκρατημένη και διακριτική ενορχήστρωση, που τον τυλίγει, αντί να τον κατακλύζει, δίνοντας χώρο στη φαντασία του να παίξει το ρόλο του σκηνοθέτη.
Στον πυρήνα της μουσικής τους συνυπάρχουν η τζαζ, η drone αισθητική, η neoclassical γραφή και η κινηματογραφική σύνθεση. Η αισθητική τους μοιάζει να γεννήθηκε κάπου ανάμεσα στον εξπρεσιονισμό του κινηματογράφου και στην αργή αναπνοή της ambient μουσικής. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τις συνθέσεις τους να συνοδεύουν τις ασπρόμαυρες σκιές του γερμανικού εξπρεσιονισμού ή τα υπαρξιακά κάδρα του Αντρέι Ταρκόφσκι, εκεί όπου το νερό, το φως και τα ερείπια μετατρέπονται σε σύμβολα μιας εσωτερικής γεωγραφίας, ενώ οι αργοί ρυθμοί τους θυμίζουν τη μοναχική περιπλάνηση των χαρακτήρων του Γουόνγκ Καρ-Βάι.
Το Here be Dragons, το δεύτερο άλμπουμ του ολλανδικού συγκροτήματος και το πλέον αγαπημένο μου, αποτελεί φυσική εξέλιξη του ομώνυμου ντεμπούτου τους. Τα ελαφρώς πατημένα τύμπανα αγκαλιάζουν το απαλό μπάσο, σαν χαμένοι εραστές σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Χάλκινα πνευστά παραμονεύουν στις σκιές, τραγουδώντας στο ζευγάρι μια σερενάτα από θλιβερούς αναστεναγμούς. Σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν μία λεπτή γραμμή καπνού από ένα ξεχασμένο τσιγάρο, σκοτεινά ημιτονοειδή κύματα αναδύονται από το τασάκι του ήχου και διαχέονται έξω από το ανοιχτό μπαλκόνι στην απέραντη νύχτα, ενώ μία απαλή και αισθησιακή φωνή γλιστρά μέσα από τη φλεγόμενη σχισμή φωτός στο κάτω μέρος της γερασμένης πόρτας. Ακόμη ένα άλμπουμ, ακόμη μία ιστορία που δεν έχει ειπωθεί ή ένα φιλμ που παίζει στο μυαλό του ακροατή, βυθίζοντάς τον στο φανταστικό του σύμπαν. Ή ακόμα κι ένας abstract ατμοσφαιρικός πίνακας του Γκέρχαρντ Ρίχτερ, όπου οι μορφές διαλύονται πριν αποκτήσουν περιγράμματα και η πραγματικότητα αποκτά μία σχεδόν ονειρική ασάφεια.
Οι TKDE ξεκίνησαν στην αυγή του 2000, ως ένα κινηματογραφικό συνθετικό εγχείρημα – με σκοπό τη σύνθεση νέων μουσικών θεμάτων για βωβές ταινίες, όπως το Nosferatu και το Metropolis— από δύο συμφοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών, τους Jason Köhnen και Gideon Kiers. Μέχρι το 2007, είχαν εξελιχθεί σε ένα συγκρότημα επτά μελών, συμπληρωμένο από το αδελφικό συγκρότημα ζωντανών αυτοσχεδιασμών The Mount Fuji Doomjazz Corporation. Έχοντας διαχωρίσει πλέον τις δύο μπάντες, το τρίτο τους άλμπουμ From the Stairwell κυκλοφορεί το 2011 και οδηγεί τον ακροατή σε μια περιπετειώδη περιήγηση σε όλα όσα είχαν εξαρχής κάνει τη μουσική τους ενδιαφέρουσα. Περισσότερο trip-hop, περισσότερο post-rock και περισσότερα ηλεκτρονικά στοιχεία. Το άλμπουμ αυτό, για πολλούς η πιο ώριμη δουλειά των TDKE, άλλοτε φέρνει στον νου ταινίες του Μιγιαζιάκι (All is One), άλλοτε ένα πολυάσχολο εργοστάσιο που μοιάζει να λειτουργεί από …φαντάσματα (Cocaine, το απρόσμενο διαμάντι του δίσκου) κι άλλοτε, με πιο έντονες post rock επιρροές, ακροβατεί ανάμεσα στο ύφος των Tortoise και τους drοne ήχους των Stars of the Lid. Όσο και αν το είδος της τζαζ που παίζουν οι Kilimanjaro Darkjazz Ensemble δεν είναι καθόλου mainstream, με το From The Stairwell γίνονται, για πρώτη φορά, πιο προσιτοί σε ένα ευρύτερο κοινό.
Η μουσική τους συχνά χαρακτηρίζεται ως “dark jazz”, όμως ο όρος αποδεικνύεται ανεπαρκής. Η τζαζ, εδώ ως μέθοδος αναπνοής και αυτοσχεδιασμού, με τις ambient επιφάνειες και την ηλεκτρονική επεξεργασία δεν στοχεύει στη δημιουργία εντυπωσιακών ηχοχρωμάτων, αλλά στην κατασκευή ενός χώρου, όπου κάθε ήχος αποκτά σχεδόν φυσική υπόσταση. Η τρομπέτα εμφανίζεται σαν ανθρώπινη ανάσα σε ένα παγωμένο τοπίο. Το κοντραμπάσο μοιάζει να ανεβαίνει από υπόγειους θαλάμους. Τα ηλεκτρονικά στρώματα δεν θυμίζουν synthesizers, αλλά τον απόηχο μηχανών, που κάποτε λειτουργούσαν και τώρα έχουν απομείνει μόνο ως μνήμη. Ίσως γι’ αυτό η μουσική τους παραπέμπει περισσότερο στην αρχιτεκτονική, παρά στη σύνθεση. Αν έπρεπε να την περιγράψει κανείς με μία μόνο εικόνα, ίσως θα ήταν αυτή: μια παλιά κινηματογραφική αίθουσα μετά την τελευταία προβολή. Η οθόνη έχει ήδη σβήσει, οι θεατές έχουν φύγει, αλλά ο χώρος εξακολουθεί να κρατά μέσα του τις σκιές όσων προηγήθηκαν. Κάτι εξακολουθεί να υπάρχει, παρότι δεν μπορείς να το δεις.
Κι όπως οι παύσεις γίνονται ενεργό στοιχείο της σύνθεσής τους, κενός χρόνος που δεν χωρίζει τις νότες, αλλά τις γεννά, έτσι κι η μεγάλη παύση που ακολούθησε την κυκλοφορία του τελευταίου τους άλμπουμ, από το 2013 – οπότε ανακοίνωσαν τη διάλυσή τους – έως τον Ιανουάριο του 2025 – οπότε έγινε γνωστή η επανένωσή τους για μία σειρά live εμφανίσεων – ελπίζουμε να γεννήσει μουσική, που θα δώσει συνοχή σε μία αφήγηση που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Έλενα Παπαδοπούλου